Το “Χόμπιτ” κάνει πρεμιέρα στις αίθουσες κι εμείς αναρωτιόμαστε αν αξίζει αυτή η επιστροφή στον κόσμο του Τόλκιν
Σχεδόν 10 χρόνια και εκατοντάδες εκατομμύρια δολλάρια μετά την αρχική
τριλογία του “Άρχοντα των Δαχτυλιδιών”, ο Πίτερ Τζάκσον φέρνει ξανά τη
Μέση Γη στη μεγάλη οθόνη. Στην απόφαση, όσο και στο τελικό αποτέλεσμα,
διακρίνεις το πάθος και την ειλικρίνεια ενός αληθινού θαυμαστή του
υλικού, που δε νιώθει την ανάγκη να απολογηθεί ή να συμβιβαστεί. Αρκεί
αυτό; Υποπτευόμαστε πως η απάντηση έχει πάρα πολύ να κάνει με την αγάπη
που τρέφει ο καθένας για τον κόσμο του Τόλκιν.Για αρχή, ρίξε μια ματιά στο τρέιλερ που δίνει μια καλή ιδέα για το τι να περιμένεις από την ταινία.
Η ιδέα της επιστροφής που αναφέραμε και στον τίτλο είναι πολύ βασική εδώ, καθώς όχι απλώς όλα μοιάζουν γνώριμα, αλλά και ποντάρουν σε αυτή ακριβώς την αίσθηση. Οι ωραιότερες στιγμές της ταινίας είναι η επανένωση με κάποιο παλιό αγαπημένο πρόσωπο. Ταυτόχρονα αυτό είναι όμως που κάνει το ξεκίνημα αυτής της νέας τριλογίας μιας εμπειρία σαφώς λιγότερο ενθουσιώδη από την προηγούμενη.
Fellowship of the Ring
Μετά άρχισαν τα ζόρια, γιατί η MGM είχε οικονομικά προβλήματα, έπεσαν κάτι μηνύσεις με τους κληρονόμους του Τόλκιν, αποχώρησε ο ντελ Τόρο (γιατί το πρότζεκτ καθυστερούσε για πάντα κι αυτός είχε κι άλλα σχέδια στη ζωή του), μετά η διλογία έγινε τριλογία, σκηνοθετημένη τελικώς εξ ολοκλήρου από τον Τζάκσον.
Υπό μία έννοια, αυτή η επιμονή/εμμονή ήταν το μόνο πράγμα που θα κρατούσε ζωντανό ένα τέτοιο πρότζεκτ. Από την άλλη λείπει μια φρέσκια ματιά. Στην προκειμένη περίπτωση, από ό,τι φαίνεται, δε θα μπορούσαμε να έχουμε και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο.
An Unexpected Journey
Είναι αρκετά βαρετό και σαχλό για τον αμύητο θεατή, ιδίως εφόσον κανείς (πλην 2-3 χαρακτήρων) δεν αναπτύσσει διακριτή προσωπικότητα στη διάρκεια του φιλμ. Έχεις απλά ένα τσούρμο από ανταλλάξιμους τύπους που δε θυμάσαι καν τα ονόματά τους, οι οποίοι τρώνε για όλη τη διάρκεια της 1ης πράξης της ταινίας και μετά ξεκινάνε να πάνε στο βουνό. Και φτάνουν στο βουνό.
Γενικά δε συμβαίνουν πολλά παραπάνω πράγματα. Ένα γραμμικό ταξίδι με παρενθετικές υπο-περιπέτειες. Άλλες πιο ενδιαφέρουσες, άλλες κάπως απάλευτες (αυτό το ‘χιουμοριστικό’ ιντερλούδιο με τα τρολ ας πούμε δεν είναι υπερασπίσιμο με τίποτα). Όμως οι φαν είναι σίγουρο πως θα το απολαύσουν. Για τους υπόλοιπους, η ταινία αν μη τι άλλο σου δίνει λόγους να θες να της συγχωρήσεις τα προβλήματα.
Reunion
Γιατί όταν βλέπεις ξανά τους παλιούς φίλους, σε πιάνει η νοσταλγία και θες να θυμηθείς εκείνη τη γαμάτη φορά που αντιγράψατε στο διαγώνισμα των Αρχαίων. Συγκινείσαι χωρίς να κάνεις κάτι ιδιαίτερο. Ο Τζάκσον αγαπάει τόσο αυτό τον κόσμο και το πόσο ωραίες αναμνήσεις έχτισε με την πρώτη τριλογία, που είναι ΟΚ με το να αφήσει αυτή τη νέα σειρά ταινιών να είναι ένα reunion. Και στο reunion δεν πας για να δημιουργήσεις νέες στιγμές, αλλά για να θυμηθείς τις παλιές.
Δε θα μπούμε σε λεπτομέρειες για το ποιοι ακριβώς χαρακτήρες επανεμφανίζονται, σε ποιο σημείο, και με τι σκοπό- ας το αφήσουμε αυτό για να είναι απόλυτος ο ενθουσιασμός της στιγμής. Όμως ειναι κάτι στο οποίο ο Τζάκσον κάνει δουλειά θαυμάσια. Κάθε ζεστό χειροκρότημα επανένωσης το κερδίζει τίμια.
My precious
Όμως εδώ είναι που λάμπει ακόμα περισσότερο, είτε το πιστεύεις είτε όχι. Η θρυλική σκηνή της συνάντησης με τον Μπίλμπο είναι ό,τι κοντινότερο έχει η ταινία σε συναισθηματικό κέντρο. Ο φαν εννοείται πως θα λατρέψει. Αλλά ακόμα κι ο θεατής που έχει αποσπαστεί σε μεγάλο βαθμό μέχρι εκείνο το σημείο (γιατί πραγματικά, δε μπορούμε να το τονίσουμε αρκετά, είναι μια μεγάααααλη ταινία), εδώ θα ξυπνήσει για τα καλά.
Θα φτάσει κάποια μέρα που κάποιος θα πάρει Όσκαρ για έναν τέτοιο ρόλο και τότε αυτός ο κάποιος θα ευχαριστεί τον Σέρκις και τον Τζάκσον από το πόντιουμ. Όλα αυτά τα χρόνια έχουν παρελάσει ορδές κατατρεγμένων και άρρωστων ρόλων που κατά κανόνα παίρνουν τα μεγάλα βραβεία, αλλά ελάχιστες φορές έχω νιώσει όλη αυτή την ενδιάμεση δεκαετία, να με ενθουσιάζει και να με καθηλώνει κάποιος χαρακτήρας όσο αυτός εδώ.
Και μιας που αυτή κιόλας τη φορά μας έχει φύγει ο ενθουσιασμός του ‘δεν τα πιστεύω όλα αυτά που βλέπω στην οθόνη’ που είχαμε το 2001, η παράσταση του ανήκει με ευκολία.
Star Wars
Καμία σχέση. Η νέα τριλογία του Λούκας, ειδικά οι δύο πρώτες ταινίες της, αποτύγχανε πλήρως σε κάθε βασικό επίπεδο αφηγηματικότητας και ανάπτυξης χαρακτήρων. Ήταν βλακείες, καθαρά και ξάστερα, δεν υπάρχει καλύτερος χαρακτηρισμός. Κι επιπλέον, χάρη σε μια ανεξήγητη μανία να εξηγήσει τα πάντα, κατάφερνε να αποδυναμώσει στοιχεία της αρχικής τριλογίας που κάποτε έμοιαζαν πιο μυστηριώδη, πιο μαγικά.
Το “Χόμπιτ” διακατέχεται από μια κάποια έλλειψη editor, αλλά δεν είναι επειδή είναι φλύαρο, είναι επειδή θέλει να ζωντανέψει τα πάντα, και το απολαμβάνει ενώ το κάνει. Υπάρχουν σημεία που γίνεται πιο σαχλό από ό,τι θα ήθελες, αλλά ποτέ δε σε προσβάλει. Κι όταν είναι καλό, είναι αληθινά όμορφο. Το μόνο του ‘έγκλημα’ είναι πως η όλη του ύπαρξη, τελικά, είναι αποτέλεσμα της υπερβολικής αγάπης πολλών ανθρώπων. Υπάρχουν πολύ χειρότερα πράγματα που μπορεί να σου συμβούν από αυτό.
Η ταινία προβάλλεται στις αίθουσες σε 3 εκδοχές. Κανονικό φιλμ, 3D, και 3D σε framerate 48fps. Χωρίς να μπούμε σε πολλές τεχνικές λεπτομέρειες, αυτό το τελευταίο είναι υποτίθεται η επανάσταση που φέρνει στο σινεμά η ταινία, αλλά καθώς η εταιρεία διανομής πραγματοποίησε την προβολή σε παραδοσιακό 24άρι, δεν έχουμε τρόπο να το γνωρίζουμε από πρώτο χέρι. Πάντως, κάθε σχετική αντίδραση που έχουμε διαβάσει από το εξωτερικό, μιλάει με τα χειρότερα λόγια για το 48άρι, με εκφράσεις όπως “κάνει τα πάντα να μοιάζουν ψεύτικα” ή “οπτικά θυμίζει την αίσθηση σαπουνόπερας από το 1980” ή "κάνει τους θεατές να νιώθουν άρρωστοι" να κυριαρχούν. Εσύ αποφασίζεις.
http://www.oneman.gr